είπε αξιωματικά
δύο ευθείες παράλληλες
δεν τέμνονται ποτέ
βασίστηκε σαυτό μιά θεωρία
και πρακτική
που προσκυνάμε σα θρησκεία
τον ίδιο σα θεό
κι ένας δεν τόλμησε
το δρόμο ευθεία να πάρει
να δει αν σμίγουν οι άκρες του
στο μέλλον
ή έστω και στο παρελθόν
γιατί ένα αξίωμα
είναι η μόνη αλήθεια
για όλους εμάς που είμαστε πιστοί
και εθελοτυφλούμε
πως είναι απλώς μία παραδοχή
χωρίς αρχιτεκτονική προοπτική
Σάββατο 8 Μαΐου 2010
Τετάρτη 5 Μαΐου 2010
μια βραδιά σαν όλες τις άλλες
τρία παλληκάρια χθες
την ώρα πούπεφτε βαρύ σκοτάδι
σ' ένα ακρογιάλι ανάψανε φωτιά
και κάθισαν τριγύρω να κοιτάνε
πότε τις φλόγες
πότε με κρυφές ματιές ο ένας τον άλλο
σαν κάτι να περίμεναν
σε λίγο φτάσαν άλλοι δυό
και άλλοι κι άλλοι
φέρνανε ξύλα ρίχναν στο σωρό
ώσπου έγινε πυρά μεγάλη
όλο ερχόντουσαν και άλλοι κι άλλοι
σαν τις πυγολαμπίδες που έλκονται απ' το φως
αλλά παράξενο η ησυχία ήταν μεγάλη
ξάφνου ακούγεται το κλάμα μιάς γριάς
αρχίνησε το μοιρολόι
απ' την αντίθετη μεριά
κάποιος ξεκίνησε τραγούδι της χαράς
ένα κλαρίνο απ' αλλού βαράει τσάμικο
από μια τσέπη βγαίνει ένας μπαγλαμάς
στο βάθος κάποιοι κουβαλάνε ένα πιάνο με ουρά
το στανιό μου πως βρέθηκε σ' αυτήν την ερημιά
όπως καταλαβαίνετε έγινε αχταρμάς
χιλιάδες όργανα χιλιάδες οι φωνές
και ο καθένας το δικό του το σκοπό
μα ήρθαν όλα κι έσμιξαν σιγά σιγά
σε μια τέτοια μελωδία που δε ματάκουσαν ανθρώπινα αυτιά
συνέχισε έτσι ως την αυγή
ώσπου έσβησε η φωτιά
σηκώθηκε ένας πρώτος
κοίταξε γύρω
κι έφυγε χωρίς να πει ούτε γειά
κι ύστερα κι άλλοι κι άλλοι
απόμειναν τρία παλληκάρια μοναχά
να κοιτούν πότε τις στάχτες
πότε ο ένας τον άλλον
λες και δεν γνωρίζονταν πια
την ώρα πούπεφτε βαρύ σκοτάδι
σ' ένα ακρογιάλι ανάψανε φωτιά
και κάθισαν τριγύρω να κοιτάνε
πότε τις φλόγες
πότε με κρυφές ματιές ο ένας τον άλλο
σαν κάτι να περίμεναν
σε λίγο φτάσαν άλλοι δυό
και άλλοι κι άλλοι
φέρνανε ξύλα ρίχναν στο σωρό
ώσπου έγινε πυρά μεγάλη
όλο ερχόντουσαν και άλλοι κι άλλοι
σαν τις πυγολαμπίδες που έλκονται απ' το φως
αλλά παράξενο η ησυχία ήταν μεγάλη
ξάφνου ακούγεται το κλάμα μιάς γριάς
αρχίνησε το μοιρολόι
απ' την αντίθετη μεριά
κάποιος ξεκίνησε τραγούδι της χαράς
ένα κλαρίνο απ' αλλού βαράει τσάμικο
από μια τσέπη βγαίνει ένας μπαγλαμάς
στο βάθος κάποιοι κουβαλάνε ένα πιάνο με ουρά
το στανιό μου πως βρέθηκε σ' αυτήν την ερημιά
όπως καταλαβαίνετε έγινε αχταρμάς
χιλιάδες όργανα χιλιάδες οι φωνές
και ο καθένας το δικό του το σκοπό
μα ήρθαν όλα κι έσμιξαν σιγά σιγά
σε μια τέτοια μελωδία που δε ματάκουσαν ανθρώπινα αυτιά
συνέχισε έτσι ως την αυγή
ώσπου έσβησε η φωτιά
σηκώθηκε ένας πρώτος
κοίταξε γύρω
κι έφυγε χωρίς να πει ούτε γειά
κι ύστερα κι άλλοι κι άλλοι
απόμειναν τρία παλληκάρια μοναχά
να κοιτούν πότε τις στάχτες
πότε ο ένας τον άλλον
λες και δεν γνωρίζονταν πια
Τρίτη 4 Μαΐου 2010
άναψε πράσινο
εγώ ένας ταξιτζής
θάθελα όλους
μένα αγώγι να σας κλέψω
σε έναν τόπο μακρινό
να μην υπάρχουμε
σε ένα γκρεμισμένο χάνι
δίπλα στην ποταμιά
χάρτινο καραβάκι στο νερό
η γνώση που άκοπα
έχουμε μεταλάβει
σιγορουφώντας το παλιό κρασί
το νήμα απ' την αρχή
να πάρουμε
ακούγοντας γεροδιδάσκαλους
με ροζιασμένα χέρια
βλέμμα θολό από τον ήλιο
που κοίταξαν κατάματα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
σκαμένα με τ' αλέτρι
να λένε ιστορίες
για νεράιδες ξωτικά
για τους παλιούς θεούς
και την ιδέα του αγώνα
θάθελα όλους
μένα αγώγι να σας κλέψω
σε έναν τόπο μακρινό
να μην υπάρχουμε
σε ένα γκρεμισμένο χάνι
δίπλα στην ποταμιά
χάρτινο καραβάκι στο νερό
η γνώση που άκοπα
έχουμε μεταλάβει
σιγορουφώντας το παλιό κρασί
το νήμα απ' την αρχή
να πάρουμε
ακούγοντας γεροδιδάσκαλους
με ροζιασμένα χέρια
βλέμμα θολό από τον ήλιο
που κοίταξαν κατάματα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
σκαμένα με τ' αλέτρι
να λένε ιστορίες
για νεράιδες ξωτικά
για τους παλιούς θεούς
και την ιδέα του αγώνα
Τρίτη 27 Απριλίου 2010
ονείρωξη
είδα εχθές ένα όνειρο τρομακτικό
κι ακόμη τρέμω
είχ' απομείνει λέει μοναχός
παντού ερημιά
στο φόβο ενός πολέμου
κάπου στη μέση μια ελιά
στον ίσκιο της απίθωσα το σώμα
γλυκό ψωμί κρασί σαν αίμα
ησύχασε το πνεύμα
εκεί που η κούραση γλυκά
τα βλέφαρα είχε κλείσει
ακούω θόρυβο πολύ
κοιτάω μα το φως
μου τύφλωνε το βλέμμα
νάσου μπροστά μου ο εχθρός
με ύφος βλοσυρό να με ρωτάει
τι είσαι εσύ;
που είναι οι άλλοι;
όσοι δεν είναι από το φόβο πια νεκροί
των οματιών τους έχουν πάρει
πόλεις χωριά γκρεμίστηκαν
η γη έμεινε χέρσα
μονάχα τούτη η γέρικη ελιά
στάθηκε εδώ
τι είχε βαθιά ρίζες στο χώμα
της έδωσα υπόσχεση
πως χέρι εχθρού γλυκό καρπό
απ' αυτήνε δε θα πάρει
έτσι της έβαλα φωτιά
κι είδα στις φλόγες πούβγανε
το πρόσωπο του γιού
να μου χαμογελάει
η κάφτρα μούκαψε τα δάχτυλα
με την παλάμη σκούπισα τα δάκρυα
κι άνοιξα την τηλεόραση
για να μοιρολογάει
κι ακόμη τρέμω
είχ' απομείνει λέει μοναχός
παντού ερημιά
στο φόβο ενός πολέμου
κάπου στη μέση μια ελιά
στον ίσκιο της απίθωσα το σώμα
γλυκό ψωμί κρασί σαν αίμα
ησύχασε το πνεύμα
εκεί που η κούραση γλυκά
τα βλέφαρα είχε κλείσει
ακούω θόρυβο πολύ
κοιτάω μα το φως
μου τύφλωνε το βλέμμα
νάσου μπροστά μου ο εχθρός
με ύφος βλοσυρό να με ρωτάει
τι είσαι εσύ;
που είναι οι άλλοι;
όσοι δεν είναι από το φόβο πια νεκροί
των οματιών τους έχουν πάρει
πόλεις χωριά γκρεμίστηκαν
η γη έμεινε χέρσα
μονάχα τούτη η γέρικη ελιά
στάθηκε εδώ
τι είχε βαθιά ρίζες στο χώμα
της έδωσα υπόσχεση
πως χέρι εχθρού γλυκό καρπό
απ' αυτήνε δε θα πάρει
έτσι της έβαλα φωτιά
κι είδα στις φλόγες πούβγανε
το πρόσωπο του γιού
να μου χαμογελάει
η κάφτρα μούκαψε τα δάχτυλα
με την παλάμη σκούπισα τα δάκρυα
κι άνοιξα την τηλεόραση
για να μοιρολογάει
Παρασκευή 23 Απριλίου 2010
μια διαδρομή
γέννηση
έρωτας
θάνατος
όλα μαζί ζωή
ας απολαύσει το λοιπό
ο καθείς τη διαδρομή
όπως μπορεί, όπως γουστάρει
και όταν έρθει η στιγμή
όρθιος να πει
για ν' ακουστεί ας το φωνάξει
πέρνα με απέναντι....βαρκάρη
έρωτας
θάνατος
όλα μαζί ζωή
ας απολαύσει το λοιπό
ο καθείς τη διαδρομή
όπως μπορεί, όπως γουστάρει
και όταν έρθει η στιγμή
όρθιος να πει
για ν' ακουστεί ας το φωνάξει
πέρνα με απέναντι....βαρκάρη
Τετάρτη 14 Απριλίου 2010
ζητείται ελπίς
ζητείται ελπίς
σε ιστολόγια του διαδικτύου
σε ειδήσεις εφημερίδων
σε μπαρ τις μικρές ώρες
σε στοιχήματα χρηματιστηρίου
σε μουσεία, πινακοθήκες, ωδεία
σε υπεραγορές ανθρώπων
......................
......................
έτσι αόριστα και γενικά
ζητείται ελπίς
από τις συντεχνίες
στο κλάμα του μωρού μα και στο γέλιο
ζητείται ελπίς
α, οι μαυραγορίτες
κρατούν καλά το μυστικό κρυμένο
υπάρχει ελπίς
δεν ενοικιάζεται ούτε πωλείται
κρύβεται, μόνο από το φόβο,
μην τη βρείτε.
σε ιστολόγια του διαδικτύου
σε ειδήσεις εφημερίδων
σε μπαρ τις μικρές ώρες
σε στοιχήματα χρηματιστηρίου
σε μουσεία, πινακοθήκες, ωδεία
σε υπεραγορές ανθρώπων
......................
......................
έτσι αόριστα και γενικά
ζητείται ελπίς
από τις συντεχνίες
στο κλάμα του μωρού μα και στο γέλιο
ζητείται ελπίς
α, οι μαυραγορίτες
κρατούν καλά το μυστικό κρυμένο
υπάρχει ελπίς
δεν ενοικιάζεται ούτε πωλείται
κρύβεται, μόνο από το φόβο,
μην τη βρείτε.
Παρασκευή 9 Απριλίου 2010
μηδενικός ορισμός
ως μηδέν ορίζεται
ο γεωμετρικός τόπος
των σημείων
που τέμνεται
το μείον άπειρο
με το συν άπειρο
σχηματίζοντας το όλον.
ο γεωμετρικός τόπος
των σημείων
που τέμνεται
το μείον άπειρο
με το συν άπειρο
σχηματίζοντας το όλον.
έρωτας ή τίποτα
το τίποτα ασύλληπτο
χωρίς σημείο αναφοράς
μ' επίπεδο ενέργειας θεϊκό
μπορεί ένα σύμπαν άπειρο
αδιάστατο να γεννά
που από το μείον ως το συν
έχει ενδιάμεσα μηδέν
ως απαραίτητη αρχή ύπαρξης
έτσι την άλλη φορά
που "είμαι ένα τίποτα" πεις
σκέψου αυτό το τίποτα
μπορεί σε σύμπαν να εκραγεί
κι εσύ νάσαι η απόδειξη
στη θεωρία αυτή.
χωρίς σημείο αναφοράς
μ' επίπεδο ενέργειας θεϊκό
μπορεί ένα σύμπαν άπειρο
αδιάστατο να γεννά
που από το μείον ως το συν
έχει ενδιάμεσα μηδέν
ως απαραίτητη αρχή ύπαρξης
έτσι την άλλη φορά
που "είμαι ένα τίποτα" πεις
σκέψου αυτό το τίποτα
μπορεί σε σύμπαν να εκραγεί
κι εσύ νάσαι η απόδειξη
στη θεωρία αυτή.
Πέμπτη 1 Απριλίου 2010
Καμπούλ Αθήνα
Καμπούλ Αθήνα
μι΄ανάσα θανάτου μακριά,
κρυμμένη στα σκουπίδια
βρώμικη, γραμμή κάτω απ' τα ίσια
που τραβούνε οι θεοί, μοίρα θνητή.
Θυσία που δεν είναι αποδεκτή,
εξετελέσθη ως θανατική ποινή.
Το αντίδωρο, τα δάκρυα της μάνας
σκουπίζει με τα πολυπόθητα χαρτιά.
Τραυματισμένα μάτια
από θραύσματα ψυχής αδελφικά.
Διακτινισμένος ο παράνομος πατέρας
στο Αφγανιστάν, θάνατο στο θάνατο ζητά.
Το σώμα θα γυρίσει στην Καμπούλ
μ' έξοδα της πολιτείας φυσικά,
για να μη μπουν σκέψεις στο πλήθος
που μπρος στην είσοδο κοιτά.
Κανείς δε θα ξεφύγει
από τη μοίρα του ξανά.
Μα η ψυχούλα εδώ θα μείνει
Ιακωβάτων, Κάτω Πατήσια
και στα σκουπίδια μας θα ψάχνει
την τύχη της και καμμιά λιχουδιά.
μι΄ανάσα θανάτου μακριά,
κρυμμένη στα σκουπίδια
βρώμικη, γραμμή κάτω απ' τα ίσια
που τραβούνε οι θεοί, μοίρα θνητή.
Θυσία που δεν είναι αποδεκτή,
εξετελέσθη ως θανατική ποινή.
Το αντίδωρο, τα δάκρυα της μάνας
σκουπίζει με τα πολυπόθητα χαρτιά.
Τραυματισμένα μάτια
από θραύσματα ψυχής αδελφικά.
Διακτινισμένος ο παράνομος πατέρας
στο Αφγανιστάν, θάνατο στο θάνατο ζητά.
Το σώμα θα γυρίσει στην Καμπούλ
μ' έξοδα της πολιτείας φυσικά,
για να μη μπουν σκέψεις στο πλήθος
που μπρος στην είσοδο κοιτά.
Κανείς δε θα ξεφύγει
από τη μοίρα του ξανά.
Μα η ψυχούλα εδώ θα μείνει
Ιακωβάτων, Κάτω Πατήσια
και στα σκουπίδια μας θα ψάχνει
την τύχη της και καμμιά λιχουδιά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)