Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

το γλέντι

άντε σε μια βάρκα μπήκα
στη σπηλιά του δράκου βγήκα

βλέπω τρεις αγγέλους χάμω
και το διάβολο από πάνω

με κοιτάνε και γελούνε
και γλυκά μου τραγουδούνε

τα ανθρώπινα τα λάθη
είναι των αγγέλων πάθη
του διαβόλου κοινωνία
του θεού η αμαρτία

έλα κάτσε εδώ κοντά
τον εσφάξαμε το δράκο
να τον φάμ' μπουκιά μπουκιά

κι εξεκίνησε το γλέντι
άνθρωποι άγγελοι διαβόλοι
κι ο θεός από κοντά

τα ανθρώπινα τα λάθη
είναι των αγγέλων πάθη
του διαβόλου κοινωνία
του θεού η αμαρτία

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα

κάλλιο ενός βαρβάρου η σπάθα
να μούκοβε σύριζα τη γκλάβα

παρά κουμπάρος σοσιαλιστής βαμπίρ
να μου ρουφάει το αίμα στάλα στάλα
και να μου τραγουδάει για το καλό σου
κοίτα είναι νεκρός ο διπλανός σου

ακροβασία

θα έρθει και για σε η στιγμή
που θα σου ζητηθεί
σ' ένα λεπτό σκοινί να ισορροπήσεις

τη γνώση τους ως συμβουλή
όλοι οι σοφοί του κόσμου θα προσφέρουν
κοντάρι ή ομπρέλα αν θα κρατήσεις

αλλά κανείς δε θα σου πει
πως το σκοινί είναι γρασαρισμένο

ήρθε η ώρα σου
μη φοβηθείς
ν' ανοίξεις τα φτερά
που σούδωσε η γριά μαμή
σαν σε απίθωνε στης μάνας σου την αγκαλιά

πέτα
πέταξε ψηλά
μόνο μη φοβηθείς
δεν είναι από κερί αυτά

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

στην οδό αθηνάς

εσύ που έμαθες
να κοιτάς ψηλά
θα είδες
τα μώβ λουλούδια

κρέμονται από γυμνά κλαδιά
κρύβουν την ακρόπολη
αυτή την εποχή του χρόνου
στην οδό αθηνάς

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

3+1=0

μες τα συνθήματα
κραυγή νεανική

κάψτε τα
κάψτε τα όλα

άφωνα ειδώλια
σε στάση προσευχής
ρωτούν τυφλά
θεών είδωλα
τι έχει μείνει
που να μην καεί;

η απάντηση
μια απλή πράξη
αριθμητικής
3+1=0

θα σε μαλώσει
η δασκάλα
λέει ο πατέρας
στο παιδί
η πράξη ήταν τόσο
απλοϊκή

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

έχει ο θεός

ζητιάνεψα

μια χούφτα στάρι
λίγο λάδι
νερό καθάριο
αέρα ν' ανασάνω

όλοι μου έλεγαν
έχει ο θεός

ξημέρωμα με μάζεψε το κάρο

κι αναρωτιόμουνα
μες σε σωρό πτωμάτων
θα έχει κάτι
εκεί που πάω
για να φάω;

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

βαρέθηκα κι εγώ νικόλα

βαρέθηκα τα μπαρ και τα πορνεία
θέλω να βγω πάλι έξω στην πλατεία

στην παιδική χαρά να παίξω
αν τη χαλάσανε δε θα τ' αντέξω

να κάνω γύρω γύρω όλοι
και στην τραμπάλα
να σηκώσω όλη την πόλη

με παιδικά τραγούδια και φωνές
να το φωνάξω φτάνει μάνα μου το χτες

ένα μουρμούρη μπαγλαμά να σπάσω
και ύστερα να ξαποστάσω

κουράστηκα με όλη αυτή τη φασαρία
ξαναγυρνώ μέσα στα μπαρ και τα πορνεία
αποζητώ την ησυχία
δώσε μου πάλι πίσω τα βιβλία

η πεταλούδα

- Πεταλούδα, πεταλουδίτσα
που πας αμέριμνη;
- Πάω στη φίλη μου τη βάρκα
για να με βοηθήσει να πάω
στο δάσος και να μη χαθώ.
Θέλω να γνωρίσω τον τρυποκάρυδο.
Θέλω να γνωρίσω τον ήλιο
για να με ζεστάνει ΝΑΙ, ΝΑΙ, ΝΑΙ!
κι ο αέρας να με φυλάει γλυκά,
είμαι πεταλούδα, είμαι πεταλουδίτσα
ταξιδεύω πάνω από την θάλασσα,
μ’ αρέσουν πολύ οι αστερίες
κι οι αχινοί!

σταυρίνα γ' δημοτικού 2010

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

βιογραφικό

επήγα στα καλύτερα σχολεία
η λαχαναγορά του ρέντη ένα απ'αυτά

πίσω από σωρούς καφάσια
να κοιτώ γύρω από τη φωτιά
τους αχθοφόρους του πόνου
να παίζουν το μεροκάματο
σε μια ζαριά

κρεατέμποροι με γούνες και χρυσαφικά
να πιάνουνε ο ένας τον κόλο του άλλου
γαμοσταυρίζοντας τα θεία
ενώ ο ιερέας έκανε παράκληση
στην παναγιά για πιο πολλά λεφτά

ένας αιγυπτιώτης εργάτης
ένα κι εξήντα και στα κιλά λειψός
ισορροπεί στον ώμο
ένα μπροστινό γερμανικό
βαρύ όσο τρεις φορές ο ίδιος

ανοίγει δρόμο
στους γλυστερούς διαδρόμους
ανάμεσα σε χασάπηδες εμπόρους
φορτηγατζήδες τελωνειακούς
αστυκτηνίατρους εκτελωνιστές αγορανομικούς
για να προλάβει αυτό το αδύναμο σώμα
να βγάλει όσο πιο πολλά μπορεί

δίπλα ένας γίγαντας μαύρος
παλεύει μ' ένα μπούτι μοσχαρίσιο
που δε λέει να του παραδοθεί

βαρύς γλυκός ο ελληνικός
στη χόβολη ψημένος
καίει τα χείλη

ο άσσος σκέτος μαγκιά εφηβική
είναι παρελθόν
σαν τη μπαρμπουτιέρα που παραδόθηκε
στο ληστή με τόνα χέρι

στης βαρβακείου τα χασάπικα
έκανα μεταπτυχιακό
θυμάμαι ακόμα στον καύσωνα
τα κρέατα να ψήνονται στον πάγκο

κι εγώ ν' ακούω την πενιά του μάρκου
μες τη χασάπικη αγορά ένα χασαπάκι
χαμογελώντας στη ζωή πούχα μπροστά
ραντισμένος με άρωμα σάπιων κρεάτων

τώρα
ξαναγυρνώ ξημέρωμα μεθυσμένος
με φίλους για πατσά
τους ενοχλεί πάντα αυτή η μυρωδιά
μα εγώ μυρίζω εργάτη ευωδιά

νοσταλγώ τον άσσο σκέτο
το έξι πέντε στη ζαριά
και τη ζωή που ξόδεψα έτσι στο πουθενά

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

αφορισμός

τα εξάρχεια
λοξοκοιτούν προς κολονάκι
έχουν ξεχάσει πως υπάρχει
κολονός
χωρίς αυτό το - άκι
λεβέντης άντρας λαϊκός
κι έχουνε γίνει όλοι
κολονακιώτες εξαρχειώτες
διανοούμενοι του κόλου
ένα βρακί
κι αυτό λερό

κάθε ομοιότητα
με πρόσωπα και πράγματα
είναι αφοριστική

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

απλήρωτοι λογαριασμοί

σήμερα μου κόψαν το νερό
άφωνο είδωλο
μπρος τα μάτια του παιδιού
που φώναζαν διψώ

εχθές μου κόψαν τη φωνή
γιατί δεν πλήρωσα το
δικαίωμα δια να ομιλώ

αύριο θα μου κόψουν τον αέρα
λήξη προθεσμίας
απλήρωτου λογαριασμού

μα έχω ως δικαιολογία
επιθανάτιου ρόγχου
την κραυγή
άντε ρε γαμηθείτε

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

σιωπή

σιωπάνε οι πνευματικοί ταγοί
αυτής της χώρας
γιατί λένε δε μπορούν να πούνε
την αλήθεια που πονεί
πως ήταν πάντα απλώς τράγοι
που βάτευαν το κοπάδι
με της εξουσίας το καυλί

αξίωμα

είπε αξιωματικά
δύο ευθείες παράλληλες
δεν τέμνονται ποτέ
βασίστηκε σαυτό μιά θεωρία
και πρακτική
που προσκυνάμε σα θρησκεία
τον ίδιο σα θεό
κι ένας δεν τόλμησε
το δρόμο ευθεία να πάρει
να δει αν σμίγουν οι άκρες του
στο μέλλον
ή έστω και στο παρελθόν
γιατί ένα αξίωμα
είναι η μόνη αλήθεια
για όλους εμάς που είμαστε πιστοί
και εθελοτυφλούμε
πως είναι απλώς μία παραδοχή
χωρίς αρχιτεκτονική προοπτική

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

μια βραδιά σαν όλες τις άλλες

τρία παλληκάρια χθες
την ώρα πούπεφτε βαρύ σκοτάδι
σ' ένα ακρογιάλι ανάψανε φωτιά
και κάθισαν τριγύρω να κοιτάνε
πότε τις φλόγες
πότε με κρυφές ματιές ο ένας τον άλλο
σαν κάτι να περίμεναν
σε λίγο φτάσαν άλλοι δυό
και άλλοι κι άλλοι
φέρνανε ξύλα ρίχναν στο σωρό
ώσπου έγινε πυρά μεγάλη
όλο ερχόντουσαν και άλλοι κι άλλοι
σαν τις πυγολαμπίδες που έλκονται απ' το φως
αλλά παράξενο η ησυχία ήταν μεγάλη
ξάφνου ακούγεται το κλάμα μιάς γριάς
αρχίνησε το μοιρολόι
απ' την αντίθετη μεριά
κάποιος ξεκίνησε τραγούδι της χαράς
ένα κλαρίνο απ' αλλού βαράει τσάμικο
από μια τσέπη βγαίνει ένας μπαγλαμάς
στο βάθος κάποιοι κουβαλάνε ένα πιάνο με ουρά
το στανιό μου πως βρέθηκε σ' αυτήν την ερημιά
όπως καταλαβαίνετε έγινε αχταρμάς
χιλιάδες όργανα χιλιάδες οι φωνές
και ο καθένας το δικό του το σκοπό
μα ήρθαν όλα κι έσμιξαν σιγά σιγά
σε μια τέτοια μελωδία που δε ματάκουσαν ανθρώπινα αυτιά
συνέχισε έτσι ως την αυγή
ώσπου έσβησε η φωτιά
σηκώθηκε ένας πρώτος
κοίταξε γύρω
κι έφυγε χωρίς να πει ούτε γειά
κι ύστερα κι άλλοι κι άλλοι
απόμειναν τρία παλληκάρια μοναχά
να κοιτούν πότε τις στάχτες
πότε ο ένας τον άλλον
λες και δεν γνωρίζονταν πια

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

άναψε πράσινο

εγώ ένας ταξιτζής
θάθελα όλους
μένα αγώγι να σας κλέψω
σε έναν τόπο μακρινό
να μην υπάρχουμε
σε ένα γκρεμισμένο χάνι
δίπλα στην ποταμιά
χάρτινο καραβάκι στο νερό
η γνώση που άκοπα
έχουμε μεταλάβει
σιγορουφώντας το παλιό κρασί
το νήμα απ' την αρχή
να πάρουμε
ακούγοντας γεροδιδάσκαλους
με ροζιασμένα χέρια
βλέμμα θολό από τον ήλιο
που κοίταξαν κατάματα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
σκαμένα με τ' αλέτρι
να λένε ιστορίες
για νεράιδες ξωτικά
για τους παλιούς θεούς
και την ιδέα του αγώνα