μυστικοπαθείς
εγωτραφείς
εσωστρεφείς
μικροαστοί κοντυλοφόροι
ήγγικεν η ώρα
το τάλαντό σας ν' αποδώσετε
σε εαυτούς π' ανήκει
Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010
παρελθούσα γενέθλια μέρα
τριανταεπτά
με παίρνει αριστερά
και με τσακίζει
τριανταεπτά
με παίρνει δεξιά
και με ορίζει
τριανταεπτά
ίσια μπροστά
μπονάτσα την καρδιά
μού σκίζει
τριανταεπτά
μπουμπούκια ανοιγμένα
τριανταεπτά
μπουμπούκια σαπισμένα
στο χώμα πατημένα
τριανταεπτά
-έσκυψα
τα μάζεψα
κάπου τα παράχωσα .
με παίρνει αριστερά
και με τσακίζει
τριανταεπτά
με παίρνει δεξιά
και με ορίζει
τριανταεπτά
ίσια μπροστά
μπονάτσα την καρδιά
μού σκίζει
τριανταεπτά
μπουμπούκια ανοιγμένα
τριανταεπτά
μπουμπούκια σαπισμένα
στο χώμα πατημένα
τριανταεπτά
-έσκυψα
τα μάζεψα
κάπου τα παράχωσα .
ο άνθρωπος με τα σπίρτα
μιά δραχμή
ένα κουτάκι σπίρτα
μιά δραχμή
ούτε παραπάνω
ούτε παρακάτω
ελεημοσύνη δε ζητά
μιά δραχμή μονάχα
ένα κουτάκι σπίρτα
ένα κουτάκι σπίρτα
μιά δραχμή
ούτε παραπάνω
ούτε παρακάτω
ελεημοσύνη δε ζητά
μιά δραχμή μονάχα
ένα κουτάκι σπίρτα
Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010
κάποιος κάπου κάποτε είπε
κάποιος Καμύ από την Αλγερία
κάπου
κάποτε
είπε:
" Έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα
σ' έναν κόσμο που έχει ελευθερία
αλλά δεν έχει δικαιοσύνη
και σ' έναν κόσμο που έχει δικαιοσύνη
αλλά δεν έχει ελευθερία "
κι εγώ ο μικρός, ο μη σοφός,
ο μέσος ανθρωπάκος
ρωτώ πως είναι δυνατόν
να μου ζητούν
ποιά προτιμώ
από τις δύο αδελφές
μια άθλια ζωή να ζήσω
τις σιαμαίες που αγαπώ
δε θα χωρίσω
έχω τον τρόπο και τις δυό
να κατακτήσω
κάπου
κάποτε
είπε:
" Έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα
σ' έναν κόσμο που έχει ελευθερία
αλλά δεν έχει δικαιοσύνη
και σ' έναν κόσμο που έχει δικαιοσύνη
αλλά δεν έχει ελευθερία "
κι εγώ ο μικρός, ο μη σοφός,
ο μέσος ανθρωπάκος
ρωτώ πως είναι δυνατόν
να μου ζητούν
ποιά προτιμώ
από τις δύο αδελφές
μια άθλια ζωή να ζήσω
τις σιαμαίες που αγαπώ
δε θα χωρίσω
έχω τον τρόπο και τις δυό
να κατακτήσω
βγήκεν ο ήλιος
η Ζωή δε μπορεί να ξεχάσει
όταν το φεγγάρι είναι στη χάση
γυρνά στο πλευρό
κοιτά το κενό
σηκώνεται μόνο για λίγο νερό
ψηλά στο ταβάνι
βλέπει ουρανό
τ' αστέρια σα μύτες καρφίτσας
τρυπώνουν βαθιά στο μυαλό
σήκω Ζωή μου
σήκω ψυχή μου
να βγεις στο δρόμο
βγήκεν ο ήλιος
να! παίζουν έξω
και πάλι τα παιδιά
όταν το φεγγάρι είναι στη χάση
γυρνά στο πλευρό
κοιτά το κενό
σηκώνεται μόνο για λίγο νερό
ψηλά στο ταβάνι
βλέπει ουρανό
τ' αστέρια σα μύτες καρφίτσας
τρυπώνουν βαθιά στο μυαλό
σήκω Ζωή μου
σήκω ψυχή μου
να βγεις στο δρόμο
βγήκεν ο ήλιος
να! παίζουν έξω
και πάλι τα παιδιά
μες του μυαλού
μες του μυαλού μου τα θολά νερά
καράβι ταξιδεύει
ψάχνει να βρει κάπου στεριά
λιμάνι για να δέσει
μα είν' τα κύματα θεριά
ο άνεμος λυσσομανά
ο ασύρματος μοιρολογά
οι ναύτες μεθυσμένοι
μες του μυαλού μου τα θολά νερά
καράβι βολοδέρνει
στέκει ορθός ο καπετάνιος γελαστός
απ' ώρες πια νεκρός και δεν το ξέρει
καράβι ταξιδεύει
ψάχνει να βρει κάπου στεριά
λιμάνι για να δέσει
μα είν' τα κύματα θεριά
ο άνεμος λυσσομανά
ο ασύρματος μοιρολογά
οι ναύτες μεθυσμένοι
μες του μυαλού μου τα θολά νερά
καράβι βολοδέρνει
στέκει ορθός ο καπετάνιος γελαστός
απ' ώρες πια νεκρός και δεν το ξέρει
Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010
Επάγγελμα Ποιητής
Άνεργος
Τεχνίτης να γινείς
(ηλεκτρολόγος, υδραυλικός,
μηχανικός αυτοκινήτων).
Λεφτά έχει καλά.
Δεν προλαβαίνω
πρέπει πρώτα βοηθός
κι αν με τα χρόνια είμαι καλός…
Δεν προλαβαίνω
ο χρόνος εχθρός.
Κάπου στα χέρια μου έπεσε
ένα βιβλίο με ποιήματα.
Είναι επάγγελμα ο Ποιητής;
ρώτησα ένα φίλο.
Έτσι θαρρώ.
Κι από λεφτά;
Δε ξέρω.
Μου φάνηκε εύκολο αρχικά
λέξεις στη σειρά
κι όσο πιο σπάνιες κι ακριβές
- μακριά από την απλοϊκότητα των ομιλουμένων-
τόσο πιο καλά.
Αγόρασα τετράδια και μολύβια
- τα εργαλεία λένε κάνουνε το μάστορα-
κι άρχισα με μανία
τις άδειες, λευκές σελίδες
με λέξεις να γεμίζω.
Χάθηκα από φίλους και γνωστούς.
Κάποιοι - εκ των υστέρων έμαθα-
φοβήθηκαν για το απονενοημένο.
Και άλλοι - λίγοι ευτυχώς-
διέδιδαν ότι οικειοθελώς είχα εγκλεισθεί.
Μα όλο ετούτο τον καιρό
κλεισμένος σε νεκρικό δωμάτιο
μ’ ένα ποτήρι αλκοόλης για τροφή
συνέχιζα
τις άδειες, λευκές σελίδες
με λέξεις να γεμίζω.
Ότι ήξερα από λέξεις τόγραψα
κι ήμουνα σίγουρος πως επάγγελμα
πλέον βρήκα. Ποιητής.
( Η μάνα μου - συγχωρεμένη νάναι -
θάτανε περήφανη που βρήκα κάτι επιτέλους
να αξίζει).
Τι γίνεσαι;
Τι κάνεις;
Βρήκες δουλειά;
Ποιητής.
Και είναι αυτό δουλειά;
Έτσι θαρρώ.
Έχει καλά λεφτά;
Δεν ξέρω.
Δέος και φόβος
εμπρός στην είσοδο του
μεγαλοπρεπούς κτιρίου.
Ακαδημία Ποιητών.
Τι θα θέλατε, κύριε;
Το επάγγελμα μου Ποιητής.
Στα χέρια το έργο μου κρατώ.
Που πρέπει να απευθυνθώ;
Καταλαβαίνω. Δυστυχώς δεν έχουμε θέση κενή.
Τον άλλο μήνα, ίσως τότε….
Έγνεψα και αποχώρησα συγκαταβατικά.
Αφού τεχνίτης δε μπορούσα να γινώ
και το επάγγελμα του Ποιητή ήταν κλειστό
έπιασα δουλειά ως μεταφορέας σωμάτων και ψυχών
- ταρίφας ή ταξιτζής στο πιο ποιητικό.
Τεχνίτης να γινείς
(ηλεκτρολόγος, υδραυλικός,
μηχανικός αυτοκινήτων).
Λεφτά έχει καλά.
Δεν προλαβαίνω
πρέπει πρώτα βοηθός
κι αν με τα χρόνια είμαι καλός…
Δεν προλαβαίνω
ο χρόνος εχθρός.
Κάπου στα χέρια μου έπεσε
ένα βιβλίο με ποιήματα.
Είναι επάγγελμα ο Ποιητής;
ρώτησα ένα φίλο.
Έτσι θαρρώ.
Κι από λεφτά;
Δε ξέρω.
Μου φάνηκε εύκολο αρχικά
λέξεις στη σειρά
κι όσο πιο σπάνιες κι ακριβές
- μακριά από την απλοϊκότητα των ομιλουμένων-
τόσο πιο καλά.
Αγόρασα τετράδια και μολύβια
- τα εργαλεία λένε κάνουνε το μάστορα-
κι άρχισα με μανία
τις άδειες, λευκές σελίδες
με λέξεις να γεμίζω.
Χάθηκα από φίλους και γνωστούς.
Κάποιοι - εκ των υστέρων έμαθα-
φοβήθηκαν για το απονενοημένο.
Και άλλοι - λίγοι ευτυχώς-
διέδιδαν ότι οικειοθελώς είχα εγκλεισθεί.
Μα όλο ετούτο τον καιρό
κλεισμένος σε νεκρικό δωμάτιο
μ’ ένα ποτήρι αλκοόλης για τροφή
συνέχιζα
τις άδειες, λευκές σελίδες
με λέξεις να γεμίζω.
Ότι ήξερα από λέξεις τόγραψα
κι ήμουνα σίγουρος πως επάγγελμα
πλέον βρήκα. Ποιητής.
( Η μάνα μου - συγχωρεμένη νάναι -
θάτανε περήφανη που βρήκα κάτι επιτέλους
να αξίζει).
Τι γίνεσαι;
Τι κάνεις;
Βρήκες δουλειά;
Ποιητής.
Και είναι αυτό δουλειά;
Έτσι θαρρώ.
Έχει καλά λεφτά;
Δεν ξέρω.
Δέος και φόβος
εμπρός στην είσοδο του
μεγαλοπρεπούς κτιρίου.
Ακαδημία Ποιητών.
Τι θα θέλατε, κύριε;
Το επάγγελμα μου Ποιητής.
Στα χέρια το έργο μου κρατώ.
Που πρέπει να απευθυνθώ;
Καταλαβαίνω. Δυστυχώς δεν έχουμε θέση κενή.
Τον άλλο μήνα, ίσως τότε….
Έγνεψα και αποχώρησα συγκαταβατικά.
Αφού τεχνίτης δε μπορούσα να γινώ
και το επάγγελμα του Ποιητή ήταν κλειστό
έπιασα δουλειά ως μεταφορέας σωμάτων και ψυχών
- ταρίφας ή ταξιτζής στο πιο ποιητικό.
Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010
αλήθεια Αλήθεια
αν τελικά ο χρόνος σβήνει τις πληγές
τι μένει;
η ανάμνηση ν'ακολουθεί ως το τέλος.
η μνήμη επιλεκτικά ανακυκλώνει,
λάθη κι αδυναμίες χαράζουν τη γραμμή.
Να μην ξεχνάς,
μέλλον αλλιώς δεν έχεις.
κριτής στα γεγονότα να σταθείς
κι αν την αλήθεια δε μπορείς να δεις,
ένα ερώτημα στο τέλος θα δεχθώ.
Ποιός ξέρει την Αλήθεια, αλήθεια;
τι μένει;
η ανάμνηση ν'ακολουθεί ως το τέλος.
η μνήμη επιλεκτικά ανακυκλώνει,
λάθη κι αδυναμίες χαράζουν τη γραμμή.
Να μην ξεχνάς,
μέλλον αλλιώς δεν έχεις.
κριτής στα γεγονότα να σταθείς
κι αν την αλήθεια δε μπορείς να δεις,
ένα ερώτημα στο τέλος θα δεχθώ.
Ποιός ξέρει την Αλήθεια, αλήθεια;
Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010
χρωστάω χρωστώ
χρωστώ τις δόσεις του Ι.Χ.
χρωστώ τις δόσεις του στεγαστικού
του καταναλωτικού
διακοπο-
εορτο-
δανείου
χρωστώ στην εφορία και το ασφαλιστικό
ταμείο
χρωστώ στον εργοδότη
που - ευχαριστώ - μέχει ακόμη
στην εργασία
χρωστώ το νοίκι, τα κοινόχρηστα,
φως, νερό, κινητά, ακίνητα τηλέφωνα
χρωστώ των γονιών
αλλά και των παιδιών
των εγγονών και των δισέγγονων
χρωστώ στο κράτος, στους δασκάλους
Ευρώπη, Αμερική, όλους τους μεγάλους
χρωστώ στον κουμπάρο τον Παναγιώτη
(μην ξεχάσω κι ένα χιλιάρικο στον Τόλη)
χρωστώ στους αρχαίους δόξα λαμπρή
ημών προγόνους
αλλά ρε μάγκες
χρωστώ και κάτι ακόμη
-χρέος βαρύ-
στον εαυτό μου
χρωστάω μιά συγνώμη.
χρωστώ τις δόσεις του στεγαστικού
του καταναλωτικού
διακοπο-
εορτο-
δανείου
χρωστώ στην εφορία και το ασφαλιστικό
ταμείο
χρωστώ στον εργοδότη
που - ευχαριστώ - μέχει ακόμη
στην εργασία
χρωστώ το νοίκι, τα κοινόχρηστα,
φως, νερό, κινητά, ακίνητα τηλέφωνα
χρωστώ των γονιών
αλλά και των παιδιών
των εγγονών και των δισέγγονων
χρωστώ στο κράτος, στους δασκάλους
Ευρώπη, Αμερική, όλους τους μεγάλους
χρωστώ στον κουμπάρο τον Παναγιώτη
(μην ξεχάσω κι ένα χιλιάρικο στον Τόλη)
χρωστώ στους αρχαίους δόξα λαμπρή
ημών προγόνους
αλλά ρε μάγκες
χρωστώ και κάτι ακόμη
-χρέος βαρύ-
στον εαυτό μου
χρωστάω μιά συγνώμη.
άντε ντε
άντε γιάλα γιάλα
μες στη γυάλα
μας εβάλανε
άντε τα μικρά
και τα μεγάλα
μας εφάγανε
άντε δώστου μία
και γυρίζει
παραμύθι
μου μυρίζει
μες στη γυάλα
μας εβάλανε
άντε τα μικρά
και τα μεγάλα
μας εφάγανε
άντε δώστου μία
και γυρίζει
παραμύθι
μου μυρίζει
Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010
ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
ψάχνω να βρώ στο σήμερα
του αύριο τα μελλούμενα
θολό τοπίο
τα σύννεφα ακουμπούν τη γη
και να οι δώδεκα θεοί
χαμογελούν
ξέρουν ο θάνατος δεν τους αγγίζει
μόνο η λήθη.
απάνω στα ξερά πεσμένα φύλλα
απ' τα πλατάνια
πλάι στις όχθες του ποταμού
στήνουνε φαγοπότι
τρελός χορός
νέκταρ και αμβροσία.
τίποτα δεν τους άγγιξε
η λήθη ανθρώπινη
ο χρόνος φίλος όχι εχθρός
ελεύθεροι από αρχαίες τραγωδίες
αδιαφορούν για τις ανθρώπινες ανησυχίες
τις θεϊκές αδυναμίες.
και τώρα που ξεχάστηκαν γιορτάζουνε
τη θεία θεϊκή ελευθερία
του αύριο τα μελλούμενα
θολό τοπίο
τα σύννεφα ακουμπούν τη γη
και να οι δώδεκα θεοί
χαμογελούν
ξέρουν ο θάνατος δεν τους αγγίζει
μόνο η λήθη.
απάνω στα ξερά πεσμένα φύλλα
απ' τα πλατάνια
πλάι στις όχθες του ποταμού
στήνουνε φαγοπότι
τρελός χορός
νέκταρ και αμβροσία.
τίποτα δεν τους άγγιξε
η λήθη ανθρώπινη
ο χρόνος φίλος όχι εχθρός
ελεύθεροι από αρχαίες τραγωδίες
αδιαφορούν για τις ανθρώπινες ανησυχίες
τις θεϊκές αδυναμίες.
και τώρα που ξεχάστηκαν γιορτάζουνε
τη θεία θεϊκή ελευθερία
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ
αδιαφορώ και προχωρώ
στα μάτια μάνα σε κοιτώ
και αν σε πίκρανα πολύ
-γεμάτη πάθη κι ηδονή-
γλυκιά που είναι η ζωή
πως να στο πω
Σ' Ευχαριστώ
στα μάτια μάνα σε κοιτώ
και αν σε πίκρανα πολύ
-γεμάτη πάθη κι ηδονή-
γλυκιά που είναι η ζωή
πως να στο πω
Σ' Ευχαριστώ
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Μετανοώ γιατί δεν είπα στον πατέρα
πόσο μαλάκας ήταν
και πόσο τον αγαπώ
Μετανοώ γιατί δε φώναξα στη μάνα
φτάνει η αγάπη, ως εδώ
Μετανοώ για τις γυναίκες
που δεν αγάπησα
για κείνες που δε γάμησα
και για τις άλλες
που έτσι απλά
δεν έκλεισα το μάτι
Μετανοώ για τα παιδιά
που δε γεννήθηκαν
Μετανοώ που από φόβο
το νεκρό παιδί
δεν κοίταξα
Μετανοώ για ότι δεν έχω κάνει
Ευλόγησον Δέσποτα τον αμαρτωλό
πόσο μαλάκας ήταν
και πόσο τον αγαπώ
Μετανοώ γιατί δε φώναξα στη μάνα
φτάνει η αγάπη, ως εδώ
Μετανοώ για τις γυναίκες
που δεν αγάπησα
για κείνες που δε γάμησα
και για τις άλλες
που έτσι απλά
δεν έκλεισα το μάτι
Μετανοώ για τα παιδιά
που δε γεννήθηκαν
Μετανοώ που από φόβο
το νεκρό παιδί
δεν κοίταξα
Μετανοώ για ότι δεν έχω κάνει
Ευλόγησον Δέσποτα τον αμαρτωλό
Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010
δυσχρωματοψία
τα χρώματα χορεύουνε
το γύρο των παθών
καθώς χορεύουνε
ουρλιάζουν συνεχώς
τι νάναι αυτό που τα φοβίζει;
ποία ελπίδα τη ζωή μας την ορίζει;
το γύρο των παθών
καθώς χορεύουνε
ουρλιάζουν συνεχώς
τι νάναι αυτό που τα φοβίζει;
ποία ελπίδα τη ζωή μας την ορίζει;
μητρόπολη

μητέρα πόλη
μάνα πόλη
γυναίκα όμορφη
στο σώμα σου ασελγήσαμε
σε χειρουργούς
με μπότοξ και με πλαστικές θελήσαμε
την ομορφιά
στα μέτρα μας να φέρουμε
από μίσος
γιατί δεν παραδόθηκες
γιατί δε μας ανήκεις
του κόσμου όλα τα μπάσταρδα
στην αγκαλιά σου πήρες
τάθρεψες
τα μεγάλωσες
μονόβυζη γυναίκα
κι όμως δε ζήτησες στιγμή
ούτ' ένα δράμι αγάπη
εμπειρία
" άντε γαμήσου!"
είναι βρισιά;
ρώτησε
μέσα σε χάδια και φιλιά.
είναι ευλογία
- αρκεί να σε γαμούν καλά!
είναι βρισιά;
ρώτησε
μέσα σε χάδια και φιλιά.
είναι ευλογία
- αρκεί να σε γαμούν καλά!
παιδική ανάμνηση
το βουνό
ο γκρεμός
το νταμάρι
τα φώτα σβηστά
η γειτονιά
το δωμάτιο
η τηλεόραση ασπρόμαυρη
ο άνθρωπος
περπατάει στο φεγγάρι
ο γκρεμός
το νταμάρι
τα φώτα σβηστά
η γειτονιά
το δωμάτιο
η τηλεόραση ασπρόμαυρη
ο άνθρωπος
περπατάει στο φεγγάρι
το κάπνισμα προκαλεί θανατηφόρο καρκίνο των πνευμόνων
έβγαλα μια πρέζα
ξανθοκόκκινου καπνού
απ' τη σακούλα
ο μαύρος σκύλος αρχινά να αλυχτά
καθώς τραβώ την πρώτη τζούρα
γύρισα σπίτι περασμένα τα μεσάνυχτα
κι αν μέβρουνε
με κλάμα τα χαράματα
μισή ζωή
ας μένει
ξανθοκόκκινου καπνού
απ' τη σακούλα
ο μαύρος σκύλος αρχινά να αλυχτά
καθώς τραβώ την πρώτη τζούρα
γύρισα σπίτι περασμένα τα μεσάνυχτα
κι αν μέβρουνε
με κλάμα τα χαράματα
μισή ζωή
ας μένει
το τσίρκο
γονυπετείς οι αετοί
ξυρίσανε τη χαίτη τα λιοντάρια
σε μυστικά πουλήσανε παζάρια
τους χαυλιόδοντες οι ελέφαντες
κολιέ φτιάξαν με τα δόντια τους οι αρκούδες
σε μια πισίνα φτηνού ξενοδοχείου
κάνουνε τούμπες
δελφίνια φάλαινες και φώκιες
για μια θέση στο τσίρκο
ο κλόουν γελαστός
χειροκροτεί το πλήθος
ξυρίσανε τη χαίτη τα λιοντάρια
σε μυστικά πουλήσανε παζάρια
τους χαυλιόδοντες οι ελέφαντες
κολιέ φτιάξαν με τα δόντια τους οι αρκούδες
σε μια πισίνα φτηνού ξενοδοχείου
κάνουνε τούμπες
δελφίνια φάλαινες και φώκιες
για μια θέση στο τσίρκο
ο κλόουν γελαστός
χειροκροτεί το πλήθος
no more heroes
τρέξτε
κρυφτείτε
φοβηθείτε
δειλοί λιποτακτίστε
πριν σκοτωθείτε
περίσσεμα από ήρωες
μια μερίδα ακόμα;
κρυφτείτε
φοβηθείτε
δειλοί λιποτακτίστε
πριν σκοτωθείτε
περίσσεμα από ήρωες
μια μερίδα ακόμα;
Κούβα
άραγε θα ταξιδέψουμε;
μα τα καλύτερα ταξίδια
δε θα γίνουνε ποτέ
με το μυαλό θα ταξιδέψουμε μακριά
σε μέρη τροπικά
χωρίς τη ζέστη υγρή
και τα έντομα ενοχλητικά
να ταράζουν
την ησυχία
και τη γαλήνη της ψυχής
μα τα καλύτερα ταξίδια
δε θα γίνουνε ποτέ
με το μυαλό θα ταξιδέψουμε μακριά
σε μέρη τροπικά
χωρίς τη ζέστη υγρή
και τα έντομα ενοχλητικά
να ταράζουν
την ησυχία
και τη γαλήνη της ψυχής
για σένα πούφυγες προτού να σε γνωρίσω
δεν είναι δω αγάπη μου
δεν είναι δω για σένα
εδώ είναι άγρια θεριά
που τρώνε τα μικρά παιδιά
θα τρώγανε και σένα
στερνό αντίο
γειά χαρά
με λίγα χάδια και φιλιά
στα χείλη σου δοσμένα
δεν είναι δω αγάπη μου
δεν είναι δω το Σούλι
εδώ είναι μάνας μούλοι
σκοτώνουν τα παιδιά τους
και πίνουν στην υγειά τους
δεν είναι δω για σένα
εδώ είναι άγρια θεριά
που τρώνε τα μικρά παιδιά
θα τρώγανε και σένα
στερνό αντίο
γειά χαρά
με λίγα χάδια και φιλιά
στα χείλη σου δοσμένα
δεν είναι δω αγάπη μου
δεν είναι δω το Σούλι
εδώ είναι μάνας μούλοι
σκοτώνουν τα παιδιά τους
και πίνουν στην υγειά τους
Δεκέμβριος
γενιά της σιωπής
γενιά της λήθης
γενιά της παρακμής
μέλλον
παρόν
παρελθόν;
μια κλωστή μας ενώνει
γενιά της λήθης
γενιά της παρακμής
μέλλον
παρόν
παρελθόν;
μια κλωστή μας ενώνει
πρώτες βοήθειες
ακούς
βλέπεις
αισθάνεσαι
αφουγκράζεσαι
το ρυθμό της πόλης
ταχυκαρδία άσφυγμη
και το μυαλό απινιδώνεις
βλέπεις
αισθάνεσαι
αφουγκράζεσαι
το ρυθμό της πόλης
ταχυκαρδία άσφυγμη
και το μυαλό απινιδώνεις
Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010
Ερμιόνη, Αύγουστος 2002
Στην πεζούλα
κάτω από την ασβεστωμένη μάντρα
του μοναστηριού
ξεκούρασα το βλέμμα
κοιτώντας γέρικες ελιές
γυμνά βουνά
κι ένα κομμάτι θάλασσας
κάτω από την ασβεστωμένη μάντρα
του μοναστηριού
ξεκούρασα το βλέμμα
κοιτώντας γέρικες ελιές
γυμνά βουνά
κι ένα κομμάτι θάλασσας
Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ
ο θάνατος ενός ανθρώπου
είναι ένα δράμα
ο θάνατος χιλιάδων
είναι ένα γεγονός
ο θάνατος ενός ανθρώπου
είναι ένα δράμα
ο θάνατος χιλιάδων
είναι ένα γεγονός
καλό ταξίδι
θλίβομαι
φοβάμαι
και όμως φεύγω
κι έφυγες οριστικά
για τη δική σου
Ισπανία
καλό ταξίδι
Αμαλία
φοβάμαι
και όμως φεύγω
κι έφυγες οριστικά
για τη δική σου
Ισπανία
καλό ταξίδι
Αμαλία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)